Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

ΕΛΕΝΗ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ - Ολόγραμμα


Ολόγραμμα

.

κάθε βράδυ γυρίζοντας

θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες

να μην κλαίν

που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου

και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου

.

***

.

Γέρμα

.

ΙΙ

.

τα χέρια μας τα χέρια μας

μ’ όλα τα μάνταλα ανοιχτά

κι ερημιές να σβήνουν

κει που οι όρμοι των χειλιών

αγκυροβόλι πιάνουν

.

μικρή – μικρή εγώ στα χέρια σου

μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας

.

***

.

Τα λινά

.

Ι

Πήρε αργά η ώρα

Ο έρωτας εδόθηκε στους ευτυχείς

πλαγιάζουν οι φωνές τα πρόσωπα

διαθέσιμα μέχρι τα κόκκαλα ποτάμια στάζουν φιλιά

ίσαμε το μεδούλι σκίζεται η ψυχή

.

.

ΙΙΙ

ας λεν οι άλλοι

το κρύο τους το κουβαλούν αιώνες

με φόβο πλαγιάζουνε τις αγκαλιές

κι εκείνες ψάχνουν σε παράθυρα

μια κατακόκκινη πανσέληνο

ν’ ακούσει απευθείας

το πως φοβάται ο ύπνος

.

***

.

Εσπερινός

δεν μπορώ να δω

είναι μεγαλείο τούτη η ώρα

του εσπερινού

άναψε ένα λιβάνι πρόσχημα

αμαρτωλό τ’ αηδόνι

που σε φίλησε
.

.
II

θεέ μας

μας έψαχνες

με τον κανόνα και την απαίτηση

εν’ άθροισμα είναι το νερό

απ’ το ελάχιστο και το πολύ μας σώμα

.

δεν κοιμάμαι ποτέ τις μικρές ώρες

κάποτε – κάποτε πλαγιάζω

στην αυτοψία της αγάπης

.

αποδημώ με την απρέπεια

.

.

.

.

Η Ελένη Νανοπούλου γεννήθηκε στο Άργος. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Τμήμα Οπτικής, σπούδασε Σκηνογραφία - Ενδυματολογία στη Σχολή του Λυκ. Σταυράκου, και εργάζεται στο θέατρο το κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην επαγγελματική της διαδρομή έχει συμμετοχές ως Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις.

Το «Ολόγραμμα» που εκδόθηκε το 2009 από τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ είναι η πρώτη της δημοσιευμένη ποιητική συλλογή. Το ‘’Ολόγραμμα’’ είναι ένα σώμα, με πέντε ενότητες γραφής, με στόχο όμως να μπορεί η κάθε μια να σταθεί και μόνη. Από την ποίηση του ‘’Ολογράμματος’’ δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα δημοσιευμένο κάποιο δείγμα γραφής στο διαδίκτυο μήτε σε λογοτεχνικό περιοδικό.

Άλλα ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Ρωγμές τεύχος 8ο.

Δραστηριοποιείται τα δύο τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο, και διατηρεί τη σελίδα ‘’Σταγόνες από μελάνι’’

http://indianmist.blogspot.com/

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Στον αριθμό 7 της οδού Αλκιβιάδου

Στον αριθμό 7 της οδού Αλκιβιάδου, έζησα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και μόνο για τέσσερα χρόνια.

Στο 7ο Δημοτικό Σχολείο φοίτησα για δύο χρόνια έχοντας ήδη περάσει τα τέσσερα προηγούμενα στο 86ο, με την ολοκλήρωση των σπουδών αυτών βρέθηκα στο 3ο Γυμνάσιο Αμπελοκήπων, το οποίο τελείωσα μένοντας ήδη τα δύο τελευταία σε άλλη γειτονιά.

Έμαθα να προσαρμόζομαι σε νέους τόπους, να γνωρίζω τους ανθρώπους τους, τις συνήθειες.

Ακόμη και σήμερα συχνά μετακομίζω, λόγω δουλειάς πια, όχι όμως από γειτονιά σε γειτονιά αλλά από πόλη σε πόλη.

.

Από τους δασκάλους ξάκρισε δύο η ψυχή μου, την κυρία Ξανθή και τον κύριο Βασίλη, από Κρήτη και Έβρο, στο 86ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και στο 7ο των Αμπελοκήπων αντίστοιχα.

Μου έμαθαν και οι δύο αριθμητική κι έπειτα μαθηματικά, τα αγάπησα τόσο που έμαθα να σκέφτομαι «μαθηματικά» - μη μου ζητήσετε να το εξηγήσω.

Στο Γυμνάσιο ήρθε η ρήξη, όχι μαζί τους μα με τον μαθηματικό.

Ερωτευμένος εκείνος με το πρόχειρο, άγνωστη για εμένα λέξη και η κατηγορία της αντιγραφής υπήρξε ο εύκολος δρόμος για εκείνον.

Ίσως στα στενά σύνορα του κόσμου του να είχε δίκιο, όμως τόσα χρόνια μετά κι έχω ακόμα την απορία του πως είναι δυνατή η αντιγραφή του αποτελέσματος όταν η άσκηση είναι εκτός βιβλίου κι εσύ βρίσκεσαι στον πίνακα…

Έχασα τον κόσμο μου όλο, τις προσθέσεις μου, τα κλάσματα, του αγνώστους χ και ψ μου, δώδεκα χρονών παιδί ήμουν και μου έπνιγαν την πιο μεγάλη μου αγάπη.

Τα υπόλοιπα χρόνια τα αφιέρωσα στο πείραγμα των συμμαθητών και στα διαλύματα, σκασιαρχεία δεν έκανα μήτε στο Λύκειο.

.

Πολύ αργότερα, παρακολουθώντας κάποιο μάθημα σε αίθουσα του Ιστορικού Αρχαιολογικού τμήματος του ΑΠΘ περιμένοντας την μικρότερη μου ξαδέρφη που σπούδαζε εκεί, κατάλαβα πως εκείνα τα χρόνια, άφησαν πολλές γνώσεις μέσα μου να υπάρχουν.

Ο κύριος Μυλωνάς, του μαθήματος της Ιστορίας, μας είχε μάθει πολλά περισσότερα από κάποιες χρονολογίες κι αν δεν το καταλαβαίναμε τότε, είχε φθάσει η στιγμή για αυτή μου την γνώση, κάποιοι ίσως ποτέ να μην το καταλάβουν.

Η θεολόγος, η κυρία Ναξάκη, ήταν η αδυναμία μου κι εγώ η δική της άλλωστε, κι ας με αδίκησε που δεν είχα αποστηθίσει τα βιβλία την Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χτύπημα της βέρας του παράμεσου του δεξιού χεριού στο κάγκελο της σκάλας, ήχος που μας γνωστοποιούσε πως έπρεπε να βιαστούμε ώστε να καταλάβουμε τις θέσεις μας για την έναρξη του μαθήματος, κι ακόμα την παλαιά εκείνη κουδούνα με μορφή καμπάνας που κάποιες φορές σήμαινε με εκείνη την έναρξη του διαλύματος.

.

Μια βροχερή μέρα του περασμένου χειμώνα, θαρρώ πως την είδα να παλαντζάρει τα βήματα και τα μικροσκοπικά της γυαλιά προσπαθώντας να διασχίσει την οδό Τσιμισκή, δεν μπόρεσα να την πλησιάσω.

.

Θυμούμαι την καθηγήτρια των Γαλλικών, την κυρία Μηλλά, τους γυμναστές κυρίους Ντασκαγιάννη και Καμτσίκη.

Τον κύριο Πολιτίδη με το όμορφο γενάκι του.

.

Στην στρατιωτική παρέλαση της 25ης Μαρτίου στα 2001 στην πόλη της Κομοτηνής, συνάντησα τον κύριο Αθανασίου, μαθηματικός στα δύο τελευταία χρόνια, μόνο που η σχέση μου με το αντικείμενο διδασκαλίας του είχε πάψει να υφίσταται από καιρό.

.

Με την γεωγραφία τα πήγαινα σχετικά καλά.

Κυρία Καλπαχίδου, συγχωρέστε με που πια δε θυμούμαι τα ποτάμια, τα βουνά και τις θάλασσες, ταξίδεψα όμως στα περισσότερα από αυτά, κι αν και πάλι αδυνατώ να θυμηθώ τα ονόματα τους είναι γιατί έμαθε η ψυχή μου να φυλά την εικόνα τους, το αλάφιασμα των αισθήσεων στα στήθη, την γεύση, το άρωμα τους.

.

Για τούτη την διαδικασία της ψυχής μου, να κρατά δηλαδή εκείνα που την βοηθούνε να νιώθει πιο γεμάτη, μέρος ευθύνης φέρει η φιλόλογος μου, η κυρία Παρασκευή Τσιάκκα.

Με τα τότε μου μάτια θα έλεγα πως ήταν αυστηρή, με τα σημερινά μου όμως πως ήθελε κάτι να μας μάθει διαφορετικό από τα γραμμένα στα μεγάλα μας βιβλία.

Έμεινα άφωνος στην απάντηση του ερωτήματος που της απύφθηνα κάποια στιγμή για το αν πρέπει να αναλύουμε την ποίηση, ήταν ένα μεγαλόπρεπο Όχι που αποκωδικοποίησα χρόνια μετά.

Ίσως και λάθος να κάνω όμως όταν κάποιος μου λέει «εγώ, την ποίηση δεν την καταλαβαίνω» του απαντώ πως την ποίηση την αφήνεις μόνη της και λειτουργεί, φυλάς καλά ότι εκείνη σου αφήσει στο τέλος, μιαν εικόνα, ένα χρώμα, μια γεύση, μιαν αίσθηση αλλιώτικη από πριν, και κάθε φορά που θα επιλέγεις να πορευθείς με την ίδια ποίηση θα σε βγάζει κάπου αλλού.

Με τον τρόπο της, ομολογώ πως παρόμοιο δεν συνάντησα πουθενά από τότε, μου έδειξε τον δρόμο του γραψίματος, σα παιγνίδι ήταν, πως όμως να ονομάσεις παιγνίδι το σκάψιμο των λέξεων στην ψυχή;

.

Τις μέρες τις αποχαιρετιστήριες στη Σάμο, πέρασα το κατώφλι του Ιστορικού της Αρχείου όπου βιοπορίζονται ορισμένα μέλη της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού του νησιού, του «Απόπλους».

Καθηγητής στο επάγγελμα ένας εξ αυτών και στην δυσφορία που ένιωσα καθώς με προσφωνούσε ποιητή, μου είπε «αν έχεις κάνει κάποιον να κλάψει με κάτι που έχεις γράψει τότε είσαι» την παραπάνω φράση του συνόδευσε με μια ιστορία.

«Νεοδιορισμένος καθηγητής στη Σάμο και είχα την τιμή να συνυπηρετώ με έναν μεγάλο άνθρωπο της εκπαίδευση του νησιού.

Σε μια μας συζήτηση και αντιλαμβανόμενος το όνειρο που είχα, μου είπε πως την παιδεία δεν μπορεί κανείς μας να την σώσει, σε έναν και μόνο άνθρωπο να δείξουμε τον δρόμο που πραγματικά θέλει να ακολουθήσει τότε έχουμε εκπληρώσει τον προορισμό μας.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά καταλαβαίνω τι ήθελε να μου πει εκείνος ο άνθρωπος και πόσο δίκιο είχε τελικά.»

.

Και τούτο, παρότι καθηγητής δεν έγινα ποτέ, το πιστεύω.

Νιώθω λοιπόν, πως οι άνθρωποι που γνώρισα τότε ανήκουν σε τούτη την κατηγορία.

Αγόγγυστα από το δικό του μετερίζι ο καθένας προσέφερε εκείνα που τόσο καλά γνώριζε.

Το πόσα οφείλω σε όλους αυτούς ίσως ποτέ να μην το μάθω, σε όσους ανέφερα και στους ελάχιστους, δυστυχώς, του Λυκείου.

.

Μέσα από τούτο το «άψυχο» μέσο γνώρισα τον Νικηφόρο Τ.

Φίλο τον νιώθω πια κι ας είναι μεγάλα τα χρονικά διαστήματα που δε βρισκόμαστε.

Καθηγητής Γαλλικών σε εκείνο το Γυμνάσιο και με παρότρυνε πριν την παρουσίαση του Ήχου Πλάγιου εδώ, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, να πραγματοποιήσω μια επίσκεψη στο παλιό μου σχολείο.

Η χαρά μου είναι μεγάλη που βρήκα τους περισσότερους από εκείνους τους Ανθρώπους συγκεντρωμένους ακόμα εκεί, γεμάτοι χαμόγελα και αγάπη, δείγμα καθαρών ψυχών και τα δυο τους.

.

Είναι από τότε που ήθελα να γράψω κάτι για όλους αυτούς και δεν ήξερα τι, σήμερα απλά βοήθησε η μέρα, σήμερα το μυαλό είχε ανέβει στην χρονομηχανή του κι επέστρεψε.

.

Σας ευχαριστώ όλους σας για όσα μου δώσατε.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Μόνο που τώρα

Μόνο που τώρα, μονάζω στον δικό σου έρωτα

χρόνο δεν επιτρέπω να χαθεί σε πράγματα άλλα

κι όταν νυχτώνει, λιτανεύω το φιλί σου.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Απόψε ακούω μόνο τη φωνή σου

Απόψε ακούω μόνο τη φωνή σου

πως τραγουδάει κάτου απ’ το κόκκινο φεγγάρι

πως ψιθυρίζει λόγια μυστικά

πως νανουρίζει στη μεγάλη θάλασσα όσα ζήσαμε.

.

Κ’ ήταν

τα χέρια τα δικά μου που βαστούσαν

ένα ποτήρι με κρασί στα χείλη σου να φέρουν

κ’ ήταν

τα χέρια τα δικά σου που βαστούσαν

ένα ποτήρι με κρασί στα χείλη μου να φέρουν.

.

Μεταλαμβάνοντας τον έρωτα

μεταλαμβάνοντας το ρίγος ενός ξυπνήματος πρωινού

ενός αγγίγματος

ενός φιλιού.

.

Μ’ απόψε

πίσω επιστρέφουν όσα ήρθαν

για να ‘ρθουν πάλι

καιρό μετά

ντυμένα το μεταξωτό τους ρούχο

που δύο σταγόνες βρόχινες θα το μουσκέψουν…

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

Παρασκευή είναι

Παρασκευή είναι, περιμένω το λεωφορείο της γραμμής.

Γιατί άραγε πάντα αργεί όταν το περιμένω;

.

Έχω τόσον καιρό να σε δω, νιώθω πως ξεχνώ το πρόσωπο σου.

Τα βράδια όμως επιστρέφεις, τρυπώνεις στα όνειρά μου.

Σιωπάς.

Ξαπλώνεις στο σχήμα του κορμιού μου.

Γινόμαστε ένα.

Τα δάχτυλα μας τυλίγονται, παίρνουν ένα πινέλο, ζωγραφίζουν όνειρα, της καρδιάς μας το χτύπημα το φθινοπωρινό..

.

Το ρεύμα σου με διαπερνά.

Δεν προσπαθώ από κάτι να σωθώ για τούτο αφήνομαι.

.

Έχω τριαντάφυλλα αγοράσει, κόκκινο, κήπος να μοιάζει το σπίτι μας.

Δύο αστέρια αν είχα θα έμοιαζε ουρανός το ταβάνι..

.

Θ’ ανοίξω το κρασί σε λίγο.

Τα κεριά θα ανάψω για να ‘ρθεις…

Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009

(Υπόκλιση)

Θέλω

τα γόνατα σου να φιλήσω

γιατί γονατιστός

τραβάει κανείς στον έρωτα

κ’ υποκλίνεται.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες

Τα βράδια κατηφορίζω ξυπόλυτος δρόμους πλατιούς

δείχνουν να χωρούν μέσα τους υποσχέσεις περασμένες

μένουν όμως έξω από αυτούς

κι άλλες φορές, ταξιδεύω

έχοντας τα μάτια της ψυχής πάντοτε ανοιχτά…

.

Είναι μακρινά τα ταξίδια

κανείς επιβάτης δε θα πει που κατέβηκα

γιατί απλά όλοι ξεχνούμε

θυμούμαστε το φθινόπωρο, το χειμώνα

μα τίποτε έξω από αυτό

το χιόνι, τη βροχή

όχι το πότε και το που.

.

Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες

που αντικρίζω τα χνάρια μου πάνω στο χιόνι

εκεί που τα σύγνεφα αφουγκράζονται τον ήμερο ύπνο

κι χρόνος το απέραντο σιωπηλό λευκό.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Φοράω στοργικά τα παπούτσια μου

Είμαι ένα είδωλο στην άκρη του καθρέφτη.

Χρόνια τώρα

περνάω ήσυχα τις τάξεις

δεν καταλαβαίνουν πως θορυβώ

πως τρύπες ανοίγω στους τοίχους για καρφιά

που θα σηκώσουν μια μέρα τον κόσμο.

Φοράω στοργικά τα παπούτσια μου

λασπώνω μαυροπίνακες

κουβέρτες ντυμένες με ημερομηνίες

καπέλα μεταλλικά.

Ακουμπώ τρυφερά στην ντουλάπα την καρδιά μου

καρδιοχτυπά ο σκόρος πλάι της καθώς αλλάζει.

Λέξεις ευλαβικές παραθέτω στα γράμματα

μα εκείνα δεν έχουν παραλήπτη κανέναν

ή έστω δε βρίσκεται κάποιος να τα παραλάβει.

.

Έτσι είναι.

Κάποτε θα με συλλάβουν

θα είναι παράνομη η λύπη

και διωκόμενοι οι λυπημένοι.

.

Έχω φυλαγμένα τα παιδικά παραμύθια

έχουν όλα τους αίσιο τέλος

κι εγώ, κρατημένο εκείνο το σπαθί στα χέρια το ματωμένο

από την καρδιά του δράκου.

.

Θα βραδιάσει νωρίς κι απόψε.

Θα ξεθωριάσει το είδωλο πάνω στον καθρέφτη.

Χρόνια τώρα βαδίζω σιωπηλός στα σκοτάδια

έχοντας εκείνο το βρόχινο δαχτυλίδι κάτω από το μαξιλάρι.

Για τούτο

έχω από καιρό ξεχάσει να κοιμάμαι…

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Φθινοπωρο στον ερωτα

Το γλυκό στο βάζο έχει τελειώσει

το παιδί επίμονα μου ζητάει λίγο κυδώνι.

Τ’ αφήνω να παίζει στο σαλόνι μ’ ένα τρενάκι ξύλινο

πετάγομαι στο μπακάλικο της γειτονιάς

γλυκό κυδώνι μ’ αμύγδαλο λευκό.

Δε θέλω, μου λέει, δεν είναι σπιτικό.

.

Κι αργά τα βράδια με παίρνουν τα δάκρυα

ο καθρέφτης στο μπάνιο φανερώνει το πρόσωπο μου.

Δεν θυμούμαι τούτα τα μάτια πια.

Τούτα τα χείλη…

.

Στο πάνω διαμέρισμα μένει κάποιος άγνωστος

στο κάτω, άλλος ένας.

Μιαν εποχή παλιά γνωριζόμασταν οι γειτόνοι

έχουμε κλειστά πατζούρια τώρα και κουρτίνες τραβηγμένες.

.

Το ημερολόγιο δείχνει Φθινόπωρο

δε γνωρίζει το παιδί ποια μέρα είναι το Φθινόπωρο

ρωτάει

κι όπως βρέχει έξω, βρέχει στα μάτια του.

.

Κι αργά τα βράδια η ίδια σκέψη τριγυρίζει στο μυαλό

η ίδια καταιγίδα πάντα στα μάτια…

.

.

.

.

Ο τίτλος, μιας φίλης. Κλεμμένος.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες

Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες, στα όνειρα σου.

Γέρνω ανάμεσα σ’ εκείνον και σε σένα.

Γέρνω ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ όσα θυμάσαι.

.

Έχω χάσει το χαμόγελο μου.

.

Με συναντώ τα πρωινά του Σαββάτου στην λαϊκή

παιδί μικρό μ’ ένα ποδήλατο που έχουν ξεφουσκώσει τα λάστιχα του.

Μισό το παιγνίδι

και μισώ τις άδειες απο εκείνο σελίδες των καλοκαιρινών ημερολογίων.

.

Μαθαίνω ξανά την αλφαβήτα

προσπαθώ να κατανοήσω πώς γίνεται

εικοσιτέσσερα γράμματα να με κλείνουν σ’ εν’ άδειο δωμάτιο

να συνθέτουν λέξεις κλειδιά

όπως «Μοναξιά»

που ανοίγουν για να μπεις

αφήνοντας κλειδωμένη την έξοδο.

.

Παιδί μικρό είμαι

με μια σάκα ριγμένη στον ώμο

δεν έμαθα ακόμα

πόσο δύσκολο είναι να ξεστομίσεις κάποιες λέξεις

πώς δύσκολο είναι να ακούσεις κάποιες άλλες.

.

Κοιμούμαι, κι έχω έναν πόνο στα όνειρα μου.

Έχω χάσει το χαμόγελο, τις φωτογραφίες που χαμογελώ

τα παιδικά μου παιγνίδια τα έχω χαρίσει.

.

Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο λες στα όνειρα σου.

.

Ήθελα να ‘μαι ένα παιδί στα ανοιχτά σου χέρια μα

δε θυμούμαι πια πώς να κάνω κάτι τέτοιο.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Πότε όστρια, πότε σιρόκος

Στον άνεμο αφήνω λόγια που χορεύουν

.

πότε όστρια, πότε σιρόκος

ζαλίζουν τα σημεία στίξης και τ’ αφήνουν

στα πόδια προτάσεων παλιών

που ξέμαθαν πια να περπατάνε

.

στα υγρά του φθινοπώρου μάτια μου

να πάρουν μουσική οι λέξεις

από εκείνον τον ήχο τον παράξενο

του βιολιού μέσα απ’ το κύμα

.

πριν βρουν στην αγκαλιά σου απάγκιο.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ολημερίς χτένιζα τα μαλλιά σου

Κίτρινα τα χέρια μου από τον πηλό.

.

Ολημερίς χτένιζα τα μαλλιά σου γυναίκα

με τα δάχτυλα τα πληγιασμένα

και μου ‘γινες στο τέλος της

μιαν άψυχη μορφή

πάνω σε βάθρο πέτρινο

γυμνή

να σε ορέγονται μάτια αδιάκριτα

κι εγώ

να λυσσομανώ στην ψυχή μου

για τον έρωτα

που δε πρόλαβα να σου κάνω απόψε

κάτω απ’ το φεγγάρι…

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Είναι Σάββατο

Είναι Σάββατο κι έχει χαράξει από ώρα.

Τελευταία ξημερώνει Φθινόπωρο.

Σε μια παράτολμη τελευταία του προσπάθεια το ημερολόγιο δείχνει ακόμη καλοκαίρι.

.

Το κρεβάτι μου άδειο και σιωπηλό.

Στρωμένο ακόμα με τις τσακίσεις στα σεντόνια του και τις μαξιλαροθήκες.

Κοιτάζω τ’ αστέρια κάθε που νυχτώνει κι αφήνω το παράθυρο στην ανάκληση.

Τα λόγια της βροχής αφήνουν ένα γλυκό νανούρισμα στην ψυχή μου.

Δεν κοιμούμαι.

Μια προσευχή κάνω.

Δικά μου τα λόγια, τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις.

Ο Θεός όλων μας.

.

Νύχτες όπως τούτη που πέρασε με φθείρουν.

Σκορπίζουν στάχτη στις άκρες της ψυχής μου κι αυτήν στις τέσσερις άκρες του κόσμου.

Τρέμω ακόμα.

.

Αν ήταν να φυλάξω κάτι απ’ όλο αυτό θα ήταν η προσευχή.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Τυχαία…

Ναι, είναι παράξενη η εποχή, κουρασμένη.

Στέκουν μέσα στον καθρέφτη μας οι ζητιάνοι.

Έχουν τα μάτια και τα χέρια μας, νυχτώνουμε το ίδιο, με τις ίδιες πυτζάμες κοιμόμαστε, με τα ίδια παραμύθια.

.

«Ήταν, λέει, κάποτε ένας βασιλιάς…», και πέρασαν από την ζωή μας βασιλιάδες πολλοί.

Αποδείχτηκαν όλοι τους ιπποκόμοι.

.

Κάποιο άλλο μιλούσε για ένα σύγνεφο μικρό που έφερνε βροχή απ’ όπου περνούσε, δε θυμούμαι ακριβώς την ιστορία, για την ακρίβεια δε θυμούμαι καθόλου την ιστορία μου έρχεται απλά η εικόνα κάθε που βρέχει και με σαρώνει το άγγιγμα της.

.

Είναι παράξενη η εποχή.

Έχω κρυμμένες σημειώσεις στις σελίδες των βιβλίων.

Μην τις ψάξεις τούτη τη στιγμή, είναι πιο όμορφο να βρίσκεις κάποια πράγματα τυχαία.

.

Τώρα που είπα τυχαία.

Βρήκα στο μπαούλο που έφερα από τον πόλεμο ένα αδιάβροχο.

Παλιό, υφασμάτινο.

Μπορεί να ‘ναι και του πενήντα.

Θυμούμαι πως το φόρεσα κάποια φορά και βγήκα έξω.

Τριώδιο, στο κλείσιμο του και η ψυχή μου το ίδιο ρούχο ακόμα φοράει.

Εκείνο το παλιό αδιάβροχο.

.

Σεπτέμβρης είναι κι εκείνο υφασμάτινο όπως είπα, και πόση βροχή να αντέξει…

Mr Tambourine Man

Μισό Φθινόπωρο, μισό Καλοκαίρι τούτος ο Σεπτέμβρης.

Σ’ ένα λεωφορείο επί της Εγνατίας με ξεσκίζει με κάθε του σταγόνα στο αναποφάσιστο παράθυρό που άλλοτε τις συγκρατεί κι άλλοτε τις ξορκίζει.

Λαθρεπιβάτης της ψυχής μου τούτο το βράδυ ο θείος Dylan, με την αμερικάνικη προφορά του, μια φυσαρμόνικα και μια κιθάρα γι’ αποσκευές.

Μιλάει βαθιά στα ακουστικά μου όργανα και νιώθω το σύγνεφο στα μάτια να μην παίρνει μακριά την βροχή του.

.

Τετάρτη βράδυ κι η ψυχή μου κάπου αλλού από εκεί που τα βήματα αφήνω φθάνει.

Τετάρτη βράδυ είναι και περπατώ στις σκιές.

.

Έι, Mr. Tambourine Man, πες μου ποιο τραγούδι θα παίξεις απόψε για εμένα;